Κόμπουργκ

Κόμπουργκ
I
(Coburg). Πόλη (42.798 κάτ. το 2001) της Γερμανίας, στο κρατίδιο της Βαυαρίας. Βρίσκεται κοντά στον ποταμό Ιτς, στην κορυφή ενός λόφου ύψους 300 μ. Στην πόλη εδρεύουν βιομηχανίες υφασμάτων, κεραμικής, πορσελάνης και επίπλων. Το Κ. αποτελείται από την παλιά πόλη και τις νεότερες συνοικίες. Η παλιά πόλη παρουσιάζει ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, το οποίο εντοπίζεται στα αξιόλογα κτίριά της, μεταξύ των οποίων είναι και το ανάκτορο Έντινμπουργκ (1549) με πολυτελείς διακοσμήσεις, πινακοθήκη και παρεκκλήσι. Στο ανάκτορο του Μεγάλου Δούκα στεγάζεται αξιόλογη βιβλιοθήκη, η οποία απαρτίζεται από πλήθος παλαιών βιβλίων. Εξίσου σημαντική είναι και η εκκλησία του Αγίου Μαυρικίου (15ος αι.) ΒΑ της πόλης και ο πύργος του Κ. (10ος αι.) στον οποίο, το 1057, διέμεναν οι κόμητες του Χένεμπεργκ και οι δούκες της Σαξονίας. Το 1632 τον πύργο κυρίευσαν οι Σουηδοί και, αργότερα, πολιορκήθηκε από τον Βαλενστάιν. Σε αυτό τον πύργο κατοίκησε επίσης ο Λούθηρος (1530). Το 1838 ανακαινίστηκε και χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα ως μουσείο, όπου μεταξύ άλλων εκτίθενται πολύτιμες συλλογές κρυστάλλινων ειδών και όπλων. Από τα νεότερα κτίσματα, σημαντικότερα είναι το Δημαρχείο, το Πολυτεχνείο Εργεστίνουμ και το δημοτικό θέατρο.
Ιστορία. Το Κ. χτίστηκε τον 11o αι. γύρω από το φρούριο Τσίβο και ανήκε στους κόμητες του Χένεμπεργκ. Τον 14o αι., έγινε πρωτεύουσα του δουκάτου του Κ., στο τέλος του 14ου αι. περιήλθε στην εξουσία του οίκου του Βέλτιν και τέλος, το 1699, σε εκείνη του δουκάτου της Σαξονίας. Από το 1835 μέχρι το 1918, υπήρξε, σε διάφορες περιόδους, πρωτεύουσα του δουκάτου του Σαξ Κ. Γκότα.
II
(Koburg). Παλιά γερμανική δυναστεία, μέλη της οποίας βασίλευσαν σε διάφορες χώρες της Ευρώπης. Γενάρχης της δυναστείας υπήρξε ο Ιωάννης Ερνέστος, δούκας του Σαξ Ζάαφελντ (1658-1729), ο οποίος, μετά τον θάνατο του δούκα Αλβέρτου, το 1699, κληρονόμησε το δουκάτο του Κόμπουργκ (βλ. λ.) και απέκτησε τον τίτλο του δούκα Κ.-Ζάαφελντ. Το 1735 η οικογένεια κληρονόμησε το δουκάτο του Γκότα και, από το 1826, όταν το δουκάτο Ζάαφελντ αποσπάστηκε από αυτήν, η οικογένεια ονομάστηκε Σαξ Κόμπουργκ Γκότα και, χάριν συντομίας, Κ. Πρίγκιπες του Κ. οι οποίοι ανέλαβαν βασιλικά αξιώματα στην Ευρώπη ήταν οι Αλβέρτος (βλ. λ. Αλβέρτος. Βασιλικός σύζυγος και πρίγκιπας του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας), Λεοπόλδος (βλ. λ. Λεοπόλδος. Όνομα τριών βασιλιάδων του Βελγίου, 1.), Φερδινάνδος (βλ. λ. Φερδινάνδος. Όνομα δουκών της Ευρώπης, 1.) και Φερδινάνδος (βλ. λ. Φερδινάνδος. Όνομα Ευρωπαίων ηγεμόνων, 5.).

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • Ερνέστος — (Ernest). Όνομα δουκών του δουκάτου Σαξ Κόμπουργκ Γκότα. 1. Ε. A’ (1784 – 1844). Ήταν ο ιδρυτής του οίκου του Σαξ Κόμπουργκ Γκότα και το 1826, μετά την παρακμή του οίκου Γκότα, προσάρτησε τα εδάφη του στο δουκάτο του. 2. Ε. B’ (1818 – 1893). Γιος …   Dictionary of Greek

  • Καρλότα — (Charlotta). Όνομα Ευρωπαίων ηγεμονίδων και πριγκιπισσών. 1. Κ. (15ος αι.). Βασίλισσα της Κύπρου (1456 60), κόρη του βασιλιά της Κύπρου Ιωάννη Γ’. Διαδέχθηκε τον πατέρα της το 1456 και τον επόμενο χρόνο παντρεύτηκε τον κόμη της Γενεύης Λουδοβίκο… …   Dictionary of Greek

  • Κάρολος — I (Charles). Όνομα επτά αυτοκρατόρων της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. 1. Κ. Α’. Βλ. λ. Καρλομάγνος. 2. Κ. Β’, ο Φαλακρός (Φρανκφούρτη 823 – Μπριντ λε Μπεν, Σαβοΐα 877). Αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (875 877). Ήταν υστερότοκος… …   Dictionary of Greek

  • Κοβούργοι — (Koburg). Εξελληνισμένη ονομασία της γερμανικής δυναστείας των Κόμπουργκ. Βλ. λ. Κόμπουργκ …   Dictionary of Greek

  • Λεοπόλδος — I (Leopold). Όνομα δύο αυτοκρατόρων της Αγίας Ρωμαϊκής (Γερμανικής) αυτοκρατορίας, από τον οίκο των Αψβούργων. 1. Λ. A’ (Βιέννη 1640 – 1705). Αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους (1658 1705). Ήταν δευτερότοκος γιος… …   Dictionary of Greek

  • Αλφρέδος — (Alfred Ernest Albert, 1844 – 1900). Δούκας του Σαξ Κομπούργκ Γκότα και του Εδιμβούργου, γιος της βασίλισσας Βικτορίας και σύζυγος της μεγάλης δούκισσας Μαρίας, κόρης του τσάρου Αλέξανδρου Β’. Μετά την αποπομπή του Όθωνα, του προσφέρθηκε το… …   Dictionary of Greek

  • Βέτιν — (Wettin). Γερμανική ηγεμονική οικογένεια που, κατά την παράδοση, καταγόταν από τοΒίτεκιντ. Ο Κονράδος ο Μέγας (πέθανε το 1156), κόμης του Βέτιν (τοποθεσία κοντά στη Χάλε), έλαβε από τον αυτοκράτορα Λοθάριο B’ το μαργραβάτο του Μάισεν (σημερινή… …   Dictionary of Greek

  • Εδουάρδος — I (Edward). Όνομα βασιλιάδων της Αγγλίας. 1. Ε. ο Πρεσβύτερος (; – 924). Βασιλιάς του Γουέσεξ(899 924). Ήταν δευτερότοκος γιος του Αλφρέδου του Μεγάλου, τον οποίο διαδέχτηκε στον θρόνο το 899. Ασχολήθηκε μαζί με την αδελφή του Έθελφλεντ με την… …   Dictionary of Greek

  • Κοβούργο — (Koburg). Εξελληνισμένη ονομασία πόλης της Γερμανίας. Βλ. λ. Κόμπουργκ …   Dictionary of Greek

  • Λουδοβίκος — I (γαλλ. Luis, γερμ. Ludwig). Όνομα τεσσάρων αυτοκρατόρων της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας του Γερμανικού έθνους. 1. Λ. Α’, ο Ευσεβής ή Αγαθός (γερμ. Ludwig der Fromme, γαλλ. Louis le Pieux ή Louis le Debonnaire, Σασενέιγ, Ακουιτανία 778 –… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”